Βακτηριακή Κολπίτιδα
Η βακτηριακή κολπίτιδα (Bacterial Vaginosis – BV) είναι μία πολύ συχνή διαταραχή της φυσιολογικής κολπικής χλωρίδας. Χαρακτηρίζεται από μείωση των προστατευτικών λακτοβακίλλων και αύξηση άλλων βακτηρίων. Μπορεί να προκαλεί λεπτόρρευστες γκριζόλευκες εκκρίσεις και χαρακτηριστική δυσάρεστη οσμή, ενώ αρκετές γυναίκες δεν έχουν καθόλου συμπτώματα.
Τι είναι η βακτηριακή κολπίτιδα;
Η βακτηριακή κολπίτιδα δεν είναι μία κλασική λοίμωξη από ένα συγκεκριμένο μικρόβιο. Πρόκειται κυρίως για διαταραχή της ισορροπίας του κολπικού μικροβιώματος.
Φυσιολογικά, στον κόλπο κυριαρχούν λακτοβάκιλλοι που διατηρούν το pH όξινο και λειτουργούν προστατευτικά. Στη BV, οι λακτοβάκιλλοι μειώνονται και αυξάνονται διάφορα αναερόβια βακτήρια.
Πρόκειται κυρίως για μεταβολή της φυσιολογικής κολπικής χλωρίδας.
Ποια είναι τα συχνότερα συμπτώματα;
Λεπτόρρευστες εκκρίσεις
Συνήθως είναι λευκές ή γκριζωπές και περισσότερο ομοιογενείς.
Χαρακτηριστική οσμή
Μπορεί να υπάρχει έντονη οσμή, συχνά περισσότερο αισθητή μετά τη σεξουαλική επαφή.
Ήπιος ερεθισμός
Ορισμένες γυναίκες έχουν ήπιο κάψιμο ή ενόχληση.
Καθόλου συμπτώματα
Πολλές γυναίκες με BV δεν έχουν καμία ενόχληση και η διάγνωση γίνεται τυχαία.
Γιατί υπάρχει χαρακτηριστική οσμή;
Ορισμένα βακτήρια που αυξάνονται στη BV παράγουν πτητικές αμίνες.
Αυτό μπορεί να προκαλεί χαρακτηριστική έντονη οσμή, η οποία συχνά περιγράφεται ως «οσμή ψαριού».
Προκαλεί έντονο κνησμό;
Συνήθως όχι.
Ο έντονος κνησμός είναι περισσότερο χαρακτηριστικός της μυκητιασικής κολπίτιδας.
Γιατί εμφανίζεται;
Η ακριβής αιτία της μεταβολής του κολπικού μικροβιώματος δεν είναι πάντα σαφής.
Σεξουαλική δραστηριότητα
Νέος σύντροφος ή αλλαγές στη σεξουαλική δραστηριότητα μπορεί να επηρεάζουν τη μικροβιακή ισορροπία.
Κολπικές πλύσεις
Μπορούν να διαταράξουν το φυσιολογικό pH και τους λακτοβάκιλλους.
Μεταβολές μικροβιώματος
Σε ορισμένες γυναίκες το κολπικό μικροβίωμα φαίνεται να μεταβάλλεται ευκολότερα.
Ορμονικές μεταβολές
Οι ορμόνες επηρεάζουν το κολπικό επιθήλιο και τη μικροβιακή χλωρίδα.
Είναι σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα;
Η βακτηριακή κολπίτιδα δεν θεωρείται κλασικό σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα.
Ωστόσο, η σεξουαλική δραστηριότητα επηρεάζει τη σύνθεση του κολπικού μικροβιώματος και η BV είναι συχνότερη σε ορισμένα σεξουαλικά πλαίσια.
Χρειάζεται θεραπεία ο σύντροφος;
Η αντιμετώπιση του σεξουαλικού συντρόφου εξαρτάται από το κλινικό πλαίσιο και από τις σύγχρονες οδηγίες.
Στην απλή, πρώτη εμφάνιση BV η θεραπεία ασυμπτωματικού άνδρα συντρόφου δεν αποτελεί συνήθως μέρος της κλασικής αντιμετώπισης.
Σε υποτροπιάζουσες περιπτώσεις μπορεί να χρειάζεται πιο εξατομικευμένη προσέγγιση.
Πώς γίνεται η διάγνωση;
Η διάγνωση βασίζεται στον συνδυασμό συμπτωμάτων, κλινικής εικόνας και εργαστηριακών ευρημάτων.
Κολπικές εκκρίσεις
Αξιολογούνται η σύσταση, το χρώμα και η οσμή.
Κολπικό pH
Στη BV το pH συνήθως είναι αυξημένο.
Μικροσκοπική εξέταση
Μπορεί να αναδείξει χαρακτηριστικά clue cells και μεταβολή της φυσιολογικής χλωρίδας.
Μοριακές εξετάσεις
Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν ειδικές μοριακές μέθοδοι.
Πώς διαφέρει από τη μυκητίαση;
Βακτηριακή κολπίτιδα
Συχνότερα προκαλεί λεπτόρρευστες εκκρίσεις και έντονη οσμή, με σχετικά ήπιο κνησμό.
Μυκητίαση
Συχνότερα προκαλεί έντονο κνησμό, κάψιμο, ερυθρότητα και παχύρρευστες λευκές εκκρίσεις.
Πώς διαφέρει από την τριχομονάδωση;
Η τριχομονάδωση είναι σεξουαλικώς μεταδιδόμενη λοίμωξη από το Trichomonas vaginalis.
Μπορεί να προκαλεί αυξημένες εκκρίσεις, οσμή και ερεθισμό, επομένως μερικές φορές μοιάζει κλινικά με BV.
Η διαφοροποίηση είναι σημαντική, επειδή η θεραπεία και η αντιμετώπιση του συντρόφου είναι διαφορετικές.
Πώς αντιμετωπίζεται;
Η συμπτωματική BV αντιμετωπίζεται με κατάλληλη αντιμικροβιακή θεραπεία.
Από του στόματος θεραπεία
Μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατάλληλο αντιμικροβιακό σχήμα.
Τοπική κολπική θεραπεία
Σε αρκετές περιπτώσεις υπάρχουν αποτελεσματικές ενδοκολπικές επιλογές.
Εξατομίκευση
Η επιλογή εξαρτάται από εγκυμοσύνη, προηγούμενες υποτροπές, ανεκτικότητα και το συνολικό ιστορικό.
Τα φάρμακα για Candida δεν θεραπεύουν τη βακτηριακή κολπίτιδα.
Χρειάζεται θεραπεία όταν δεν υπάρχουν συμπτώματα;
Όχι σε όλες τις περιπτώσεις.
Η απόφαση εξαρτάται από το κλινικό πλαίσιο, την εγκυμοσύνη, πιθανές επεμβάσεις και άλλους παράγοντες.
Γιατί επανέρχεται τόσο συχνά;
Η BV έχει σχετικά υψηλή πιθανότητα υποτροπής μετά την αρχική θεραπεία.
Αυτό πιθανόν σχετίζεται με την επανεμφάνιση της μικροβιακής δυσβίωσης και την αδυναμία σταθερής αποκατάστασης των λακτοβακίλλων.
Μεταβολή του μικροβιώματος
Η φυσιολογική χλωρίδα μπορεί να μην αποκαθίσταται πλήρως μετά τη θεραπεία.
Biofilm
Ορισμένα βακτήρια μπορούν να σχηματίζουν βιοϋμένιο που μπορεί να συμβάλλει στην επιμονή ή υποτροπή.
Σεξουαλικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες
Μπορούν να επηρεάζουν εκ νέου τη μικροβιακή ισορροπία.
Τι γίνεται όταν η BV επανέρχεται συχνά;
Σε επαναλαμβανόμενα επεισόδια χρειάζεται αρχικά να επιβεβαιωθεί ότι τα συμπτώματα οφείλονται πράγματι σε BV.
Σε τεκμηριωμένη υποτροπιάζουσα BV μπορεί να χρησιμοποιηθούν διαφορετικά ή παρατεταμένα θεραπευτικά σχήματα και, σε επιλεγμένες περιπτώσεις, θεραπεία καταστολής.
Βοηθούν τα προβιοτικά;
Οι λακτοβάκιλλοι αποτελούν βασικό στοιχείο του φυσιολογικού κολπικού μικροβιώματος.
Υπάρχει ενδιαφέρον για τη χρήση συγκεκριμένων προβιοτικών ως συμπληρωματική στρατηγική, ιδιαίτερα στις υποτροπές, αλλά τα προϊόντα και τα επιστημονικά δεδομένα δεν είναι όλα ισοδύναμα.
Βοηθούν οι κολπικές πλύσεις;
Όχι.
Οι κολπικές πλύσεις μπορούν να απομακρύνουν προστατευτικούς λακτοβάκιλλους και να αυξήσουν τον κίνδυνο διαταραχής του μικροβιώματος.
Οι κολπικές πλύσεις μπορεί να αυξήσουν αντί να μειώσουν την πιθανότητα BV.
Οφείλεται σε κακή υγιεινή;
Όχι.
Η BV δεν αποτελεί ένδειξη ότι μία γυναίκα δεν είναι καθαρή.
Η υπερβολική χρήση σαπουνιών, αντισηπτικών και αρωματικών προϊόντων μπορεί αντίθετα να προκαλέσει ερεθισμό ή να διαταράξει το φυσιολογικό περιβάλλον.
Μπορεί να αλλάζει με την περίοδο;
Ναι.
Η εμμηνορρυσιακή αιμορραγία μεταβάλλει προσωρινά το κολπικό pH και αυτό μπορεί να επηρεάζει τη χλωρίδα και την ένταση της οσμής σε ορισμένες γυναίκες.
Γιατί η οσμή μπορεί να είναι εντονότερη μετά την επαφή;
Το σπερματικό υγρό έχει πιο αλκαλικό pH από το φυσιολογικό κολπικό περιβάλλον.
Αυτό μπορεί προσωρινά να ενισχύσει την απελευθέρωση των αμινών που προκαλούν τη χαρακτηριστική οσμή της BV.
Βακτηριακή κολπίτιδα στην εγκυμοσύνη
Η BV μπορεί να εμφανιστεί και κατά την εγκυμοσύνη.
Η συμπτωματική BV χρειάζεται αξιολόγηση και κατάλληλη θεραπεία με φάρμακα ασφαλή για την κύηση.
Μπορεί να επηρεάσει την εγκυμοσύνη;
Η BV έχει συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο ορισμένων μαιευτικών επιπλοκών, όπως πρόωρη ρήξη υμένων και πρόωρος τοκετός.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε γυναίκα με BV θα παρουσιάσει επιπλοκή.
Επηρεάζει τη γονιμότητα;
Η απλή BV δεν θεωρείται από μόνη της κλασική αιτία απόφραξης των σαλπίγγων ή υπογονιμότητας.
Ωστόσο, μπορεί να συνυπάρχει με άλλες λοιμώξεις και γι' αυτό, όταν υπάρχουν παράγοντες κινδύνου, μπορεί να χρειάζεται έλεγχος για σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα.
Τι γίνεται μετά την εμμηνόπαυση;
Μετά την εμμηνόπαυση η μείωση των οιστρογόνων αλλάζει το κολπικό pH και μειώνει φυσιολογικά τους λακτοβάκιλλους.
Έτσι η διάγνωση BV μπορεί να είναι πιο σύνθετη και συμπτώματα όπως ξηρότητα, κάψιμο ή εκκρίσεις μπορεί να σχετίζονται με το ουρογεννητικό σύνδρομο της εμμηνόπαυσης και όχι με BV.
Μπορεί να φανεί στο Pap test;
Το Pap test μπορεί περιστασιακά να αναφέρει μικροβιακή χλωρίδα συμβατή με BV.
Δεν αποτελεί όμως την προτιμώμενη εξέταση για τη διάγνωση βακτηριακής κολπίτιδας.
Πότε χρειάζεται γυναικολογική αξιολόγηση;
Νέα έντονη οσμή
Ιδιαίτερα όταν συνοδεύεται από αλλαγή των εκκρίσεων.
Συχνές υποτροπές
Χρειάζεται επιβεβαίωση της διάγνωσης και σχεδιασμός διαφορετικής αντιμετώπισης.
Η θεραπεία δεν βοηθά
Μπορεί να υπάρχει διαφορετική αιτία ή μικτή κολπίτιδα.
Πυελικός πόνος ή πυρετός
Δεν είναι τυπικά συμπτώματα απλής BV και χρειάζεται αποκλεισμός άλλης λοίμωξης.
Εγκυμοσύνη
Χρειάζεται ασφαλής και εξατομικευμένη αντιμετώπιση.
Υποψία ΣΜΝ
Μπορεί να χρειάζεται πρόσθετος μοριακός έλεγχος για χλαμύδια, γονόρροια ή τριχομονάδες.
Η βακτηριακή κολπίτιδα είναι μία διαταραχή της φυσιολογικής κολπικής χλωρίδας, με μείωση των προστατευτικών λακτοβακίλλων και αύξηση άλλων βακτηρίων. Συνήθως προκαλεί λεπτόρρευστες γκριζόλευκες εκκρίσεις και χαρακτηριστική δυσάρεστη οσμή, ενώ ο έντονος κνησμός είναι λιγότερο συχνός από ό,τι στη μυκητίαση. Δεν θεωρείται κλασικό σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα και δεν αποτελεί ένδειξη κακής υγιεινής. Η θεραπεία γίνεται με κατάλληλη αντιμικροβιακή αγωγή, αλλά οι υποτροπές είναι σχετικά συχνές και μπορεί να χρειάζονται εξατομικευμένη αντιμετώπιση.