ΧΟΛΑΡΓΟΣ 📍
Φανερωμένης 5 & Αγαμέμνονος 13, 15561
Τηλ.: 210 65 65 550 - Κιν.: 6944 770 530
Τρίτη & Παρασκευή 15:00 - 21:00

Η προεκλαμψία είναι μια επιπλοκή της εγκυμοσύνης που εμφανίζεται συνήθως μετά τις 20 εβδομάδες και χαρακτηρίζεται από αυξημένη αρτηριακή πίεση, σε συνδυασμό με πρωτεϊνουρία ή άλλες ενδείξεις ότι επηρεάζονται όργανα της μητέρας ή η λειτουργία του πλακούντα.

Η διάγνωση της προεκλαμψίας δεν σημαίνει πάντοτε ότι πρέπει να γίνει άμεσα τοκετός. Η αντιμετώπιση εξαρτάται από τη βαρύτητα της κατάστασης, την εβδομάδα της κύησης και την κατάσταση τόσο της μητέρας όσο και του μωρού.

Στόχος είναι η καλύτερη δυνατή ισορροπία ανάμεσα στην ασφάλεια της μητέρας και στην ασφαλή παράταση της εγκυμοσύνης, όταν αυτή μπορεί να προσφέρει ουσιαστικό όφελος στο μωρό.

Παρακολούθηση στο σπίτι ή στο νοσοκομείο;

Σε επιλεγμένες γυναίκες με υπέρταση κύησης ή προεκλαμψία χωρίς σοβαρά χαρακτηριστικά, η παρακολούθηση μπορεί να πραγματοποιείται χωρίς νοσηλεία.

Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η έγκυος να μπορεί να μετρά σωστά την αρτηριακή της πίεση, να ακολουθεί το πρόγραμμα των εξετάσεων και των ιατρικών επισκέψεων και να αναγνωρίζει τα συμπτώματα που χρειάζονται άμεση αξιολόγηση.

Όταν υπάρχουν σοβαρά χαρακτηριστικά προεκλαμψίας ή δεν είναι δυνατή η αξιόπιστη και συστηματική παρακολούθηση, συνήθως απαιτείται νοσηλεία.

Η σωστή μέτρηση της αρτηριακής πίεσης

Η σωστή τεχνική μέτρησης είναι σημαντική, καθώς μια λανθασμένη μέτρηση μπορεί να οδηγήσει σε εσφαλμένη εκτίμηση της αρτηριακής πίεσης.

  • Χρησιμοποιείται πιστοποιημένο πιεσόμετρο με περιχειρίδα κατάλληλου μεγέθους.
  • Προηγείται ανάπαυση για περίπου 5–10 λεπτά.
  • Αποφεύγονται το κάπνισμα και η καφεΐνη για τουλάχιστον 30 λεπτά πριν από τη μέτρηση.
  • Η μέτρηση γίνεται σε ήρεμη καθιστή θέση, χωρίς ομιλία.
  • Ο βραχίονας υποστηρίζεται περίπου στο ύψος της καρδιάς.
  • Οι τιμές καταγράφονται και γνωστοποιούνται στον θεράποντα ιατρό.

Η αξιολόγηση δεν βασίζεται μόνο σε μία μεμονωμένη μέτρηση. Σημασία έχουν οι επαναλαμβανόμενες τιμές, τα συμπτώματα, οι εργαστηριακές εξετάσεις και η συνολική κλινική εικόνα.

Πώς παρακολουθείται η μητέρα;

Όταν δεν υπάρχουν σοβαρά χαρακτηριστικά, η παρακολούθηση περιλαμβάνει τακτικές μετρήσεις της αρτηριακής πίεσης, αξιολόγηση των συμπτωμάτων και τουλάχιστον μία κλινική εξέταση την εβδομάδα. Η συχνότητα των ελέγχων αυξάνεται εάν υπάρχει υποψία επιδείνωσης.

Ο εργαστηριακός έλεγχος περιλαμβάνει συνήθως:

  • γενική αίματος και αριθμό αιμοπεταλίων,
  • έλεγχο της νεφρικής λειτουργίας και της κρεατινίνης,
  • έλεγχο των ηπατικών ενζύμων,
  • μέτρηση της πρωτεϊνουρίας, όταν απαιτείται.

Εφόσον έχει ήδη επιβεβαιωθεί η παρουσία πρωτεϊνουρίας, η συνεχής επανάληψη της ποσοτικής μέτρησής της συνήθως δεν προσφέρει πρόσθετες πληροφορίες για τη βαρύτητα ή την εξέλιξη της προεκλαμψίας.

Πώς παρακολουθείται το μωρό;

Η προεκλαμψία μπορεί να επηρεάσει την αιμάτωση του πλακούντα και, κατά συνέπεια, την ανάπτυξη και την οξυγόνωση του εμβρύου.

Η παρακολούθηση μπορεί να περιλαμβάνει:

  • υπερηχογραφικό έλεγχο της ανάπτυξης του εμβρύου περίπου κάθε 3–4 εβδομάδες,
  • τακτική αξιολόγηση της ποσότητας του αμνιακού υγρού,
  • καρδιοτοκογραφικό έλεγχο ή βιοφυσικό προφίλ μία έως δύο φορές την εβδομάδα,
  • μελέτη της αιματικής ροής με Doppler, όταν υπάρχει σχετική ένδειξη.

Η ακριβής συχνότητα των εξετάσεων εξατομικεύεται ανάλογα με την εβδομάδα της κύησης, την ανάπτυξη του εμβρύου και την εξέλιξη της κατάστασης της μητέρας.

Πότε μπορεί να συνεχιστεί η εγκυμοσύνη;

Σε γυναίκες με υπέρταση κύησης ή προεκλαμψία χωρίς σοβαρά χαρακτηριστικά πριν από τις 37 εβδομάδες, μπορεί συνήθως να επιλεγεί στενή παρακολούθηση, εφόσον η κατάσταση της μητέρας και του μωρού παραμένει σταθερή.

Για να θεωρείται ασφαλής αυτή η προσέγγιση, πρέπει να μην υπάρχουν ανησυχητικά ευρήματα από τον έλεγχο του εμβρύου, σημαντική κολπική αιμορραγία, ρήξη των εμβρυϊκών υμένων, ενεργός πρόωρος τοκετός ή ενδείξεις επιδείνωσης της μητέρας.

Γιατί οι 37 εβδομάδες αποτελούν σημαντικό όριο;

Όταν η εγκυμοσύνη φτάσει τις 37+0 εβδομάδες, σε υπέρταση κύησης ή προεκλαμψία χωρίς σοβαρά χαρακτηριστικά συνιστάται γενικά ο τοκετός αντί της περαιτέρω αναμονής.

Σε αυτή την ηλικία κύησης, η συνέχιση της εγκυμοσύνης δεν προσφέρει συνήθως σημαντικό πρόσθετο όφελος για το μωρό, ενώ παραμένει ο κίνδυνος επιδείνωσης της υπέρτασης ή της προεκλαμψίας.

Πότε χρειάζεται να προχωρήσουμε σε τοκετό νωρίτερα;

Ανεξάρτητα από την εβδομάδα της κύησης, ο τοκετός μπορεί να είναι απαραίτητος όταν η συνέχιση της εγκυμοσύνης δημιουργεί σημαντικό κίνδυνο για τη μητέρα ή το μωρό.

Ενδείξεις για ολοκλήρωση της κύησης μπορεί να αποτελούν:

  • πολύ υψηλή αρτηριακή πίεση που δεν ελέγχεται με την κατάλληλη θεραπεία,
  • επίμονος έντονος πονοκέφαλος που δεν υποχωρεί,
  • θολή όραση, λάμψεις ή άλλες διαταραχές της όρασης,
  • επίμονος πόνος στο επιγάστριο ή κάτω από τα δεξιά πλευρά,
  • επιδείνωση της νεφρικής ή της ηπατικής λειτουργίας,
  • σημαντική μείωση των αιμοπεταλίων ή σύνδρομο HELLP,
  • πνευμονικό οίδημα ή σοβαρή δύσπνοια,
  • εκλαμψία,
  • αποκόλληση του πλακούντα ή σημαντική αιμορραγία,
  • ανησυχητικά ευρήματα από την παρακολούθηση του εμβρύου,
  • ενδομήτριος θάνατος του εμβρύου,
  • σοβαρά παθολογικά ευρήματα στη Doppler μελέτη της ομφαλικής αρτηρίας.

Η καθυστέρηση της ανάπτυξης του εμβρύου δεν αποτελεί από μόνη της πάντοτε ένδειξη άμεσου τοκετού, εφόσον οι υπόλοιπες παράμετροι της εμβρυϊκής παρακολούθησης παραμένουν καθησυχαστικές.

Προεκλαμψία με σοβαρά χαρακτηριστικά μετά τις 34 εβδομάδες

Σε προεκλαμψία με σοβαρά χαρακτηριστικά στις 34+0 εβδομάδες ή αργότερα, συνιστάται κατά κανόνα ο τοκετός μετά τη σταθεροποίηση της μητέρας.

Όταν υπάρχει σαφής ένδειξη ολοκλήρωσης της κύησης, ο τοκετός δεν πρέπει να καθυστερεί μόνο και μόνο για να ολοκληρωθεί η χορήγηση κορτικοστεροειδών για την πνευμονική ωρίμανση του εμβρύου.

Τι γίνεται πριν από τις 34 εβδομάδες;

Πριν από τις 34 εβδομάδες, σε προσεκτικά επιλεγμένες γυναίκες που παραμένουν κλινικά σταθερές και έχουν καθησυχαστική εμβρυϊκή εικόνα, μπορεί να εξεταστεί η συντηρητική αντιμετώπιση σε κατάλληλα οργανωμένο νοσοκομείο.

Η παράταση της κύησης ακόμη και για λίγες ημέρες — και σε ορισμένες περιπτώσεις για μία έως δύο εβδομάδες — μπορεί να βελτιώσει τη νεογνική έκβαση. Η προσέγγιση αυτή απαιτεί νοσηλεία, πολύ στενή παρακολούθηση και επαναλαμβανόμενο εργαστηριακό έλεγχο.

Όταν είναι εφικτό, χορηγούνται κορτικοστεροειδή για την επιτάχυνση της πνευμονικής ωρίμανσης του εμβρύου. Εάν όμως επιδεινωθεί η κατάσταση της μητέρας ή του εμβρύου, πραγματοποιείται τοκετός ανεξάρτητα από την ηλικία κύησης.

Τι είναι ο λόγος sFlt-1/PlGF;

Ο λόγος sFlt-1/PlGF είναι μια εξέταση βιοδεικτών που σχετίζονται με τη λειτουργία του πλακούντα. Μπορεί να προσφέρει πρόσθετες πληροφορίες σε ορισμένες γυναίκες με υποψία προεκλαμψίας.

Ωστόσο, το αποτέλεσμα δεν πρέπει να αξιολογείται απομονωμένα. Η εξέταση δεν αντικαθιστά την κλινική αξιολόγηση, τις μετρήσεις της αρτηριακής πίεσης, τις εξετάσεις αίματος και την παρακολούθηση του εμβρύου.

Ο λόγος sFlt-1/PlGF δεν αρκεί από μόνος του για να επιβεβαιώσει ή να αποκλείσει την προεκλαμψία με σοβαρά χαρακτηριστικά ούτε για να καθορίσει τον χρόνο του τοκετού.

Πότε πρέπει να επικοινωνήσετε άμεσα με τον γιατρό;

Μια γυναίκα με υπέρταση ή προεκλαμψία πρέπει να ζητήσει άμεσα ιατρική αξιολόγηση εάν εμφανίσει:

  • έντονο ή επίμονο πονοκέφαλο,
  • θολή όραση, λάμψεις ή άλλα οπτικά συμπτώματα,
  • έντονο πόνο ψηλά στην κοιλιά ή κάτω από τα δεξιά πλευρά,
  • δύσπνοια ή δυσκολία στην αναπνοή,
  • αιφνίδια σημαντική επιδείνωση της γενικής της κατάστασης,
  • κολπική αιμορραγία,
  • σημαντική μείωση των κινήσεων του μωρού,
  • πολύ υψηλές τιμές αρτηριακής πίεσης, σύμφωνα με τις οδηγίες του ιατρού.

Η απόφαση για τον τοκετό είναι εξατομικευμένη

Στην προεκλαμψία δεν υπάρχει μία απόφαση που να είναι κατάλληλη για όλες τις εγκύους. Ο μαιευτήρας συνεκτιμά την εβδομάδα της κύησης, τα επίπεδα της αρτηριακής πίεσης, τα συμπτώματα της μητέρας, τις εξετάσεις αίματος, την ανάπτυξη του εμβρύου, την ποσότητα του αμνιακού υγρού, την καρδιοτοκογραφική εικόνα και, όταν χρειάζεται, τις Doppler μετρήσεις.

Στόχος είναι να παραταθεί η εγκυμοσύνη όταν αυτό προσφέρει ουσιαστικό όφελος στο μωρό, χωρίς να εκτεθούν η μητέρα ή το έμβρυο σε αδικαιολόγητο κίνδυνο.

Συμπέρασμα

Η προεκλαμψία χρειάζεται συστηματική και εξατομικευμένη παρακολούθηση. Σε υπέρταση κύησης ή προεκλαμψία χωρίς σοβαρά χαρακτηριστικά, η εγκυμοσύνη μπορεί συχνά να συνεχιστεί με στενό έλεγχο μέχρι τις 37 εβδομάδες.

Όταν υπάρχουν σοβαρά χαρακτηριστικά, συνιστάται συνήθως ο τοκετός από τις 34 εβδομάδες και μετά. Σε μικρότερη ηλικία κύησης μπορεί, σε επιλεγμένες και σταθερές περιπτώσεις, να επιχειρηθεί προσεκτική παράταση της εγκυμοσύνης σε κατάλληλο νοσοκομειακό περιβάλλον.

Η σωστή χρονική στιγμή του τοκετού αποτελεί πάντοτε ισορροπία ανάμεσα στα οφέλη της συνέχισης της εγκυμοσύνης για το πρόωρο μωρό και στους κινδύνους που μπορεί να προκαλέσει η επιδείνωση της προεκλαμψίας.

Βιβλιογραφία

Το άρθρο παρέχει γενική ενημέρωση και δεν υποκαθιστά την εξατομικευμένη ιατρική αξιολόγηση. Η παρακολούθηση και η χρονική στιγμή του τοκετού καθορίζονται από τον θεράποντα μαιευτήρα με βάση τη συνολική κλινική εικόνα.