ΧΟΛΑΡΓΟΣ 📍
Φανερωμένης 5 & Αγαμέμνονος 13, 15561
Τηλ.: 210 65 65 550 - Κιν.: 6944 770 530
Τρίτη & Παρασκευή 15:00 - 21:00

Ο έρπης γεννητικών οργάνων προκαλείται από τον ιό του απλού έρπητα, HSV-1 ή HSV-2. Η παρουσία του στην εγκυμοσύνη δεν σημαίνει ότι το μωρό θα μολυνθεί ούτε ότι είναι απαραίτητη σε όλες τις περιπτώσεις η καισαρική τομή. Ο κίνδυνος εξαρτάται κυρίως από το πότε αποκτήθηκε η λοίμωξη και από το αν υπάρχουν ενεργές βλάβες ή προειδοποιητικά συμπτώματα κατά την έναρξη του τοκετού.

Οι περισσότερες γυναίκες με παλαιότερο ιστορικό έρπητα μπορούν να έχουν μια φυσιολογική εγκυμοσύνη και, εφόσον δεν υπάρχουν ενεργές βλάβες ή πρόδρομα συμπτώματα όταν αρχίσει ο τοκετός, να γεννήσουν κολπικά.

Τι είναι ο ιός του απλού έρπητα;

Υπάρχουν δύο κύριοι τύποι του ιού:

  • HSV-1, ο οποίος συνδέεται συχνότερα με τον επιχείλιο έρπητα, αλλά μπορεί επίσης να προκαλέσει έρπητα των γεννητικών οργάνων.
  • HSV-2, ο οποίος προκαλεί συχνότερα υποτροπιάζοντα επεισόδια έρπητα των γεννητικών οργάνων.

Η μετάδοση γίνεται με άμεση επαφή με δέρμα ή βλεννογόνο που αποβάλλει τον ιό. Μετά την αρχική λοίμωξη, ο ιός παραμένει στον οργανισμό σε λανθάνουσα κατάσταση και μπορεί να επανενεργοποιείται κατά διαστήματα.

Η μετάδοση είναι δυνατή ακόμη και όταν δεν υπάρχουν εμφανείς βλάβες, λόγω της λεγόμενης ασυμπτωματικής αποβολής του ιού.

Ποια είναι τα συμπτώματα;

Η τυπική εικόνα περιλαμβάνει μικρές επώδυνες φυσαλίδες ή έλκη στην περιοχή των γεννητικών οργάνων. Μπορεί να προηγούνται:

  • κάψιμο ή τσούξιμο,
  • κνησμός,
  • πόνος ή αυξημένη ευαισθησία,
  • ενόχληση κατά την ούρηση.

Στο πρώτο επεισόδιο μπορεί επίσης να εμφανιστούν πυρετός, κακουχία, μυαλγίες ή διόγκωση των λεμφαδένων. Ωστόσο, πολλές λοιμώξεις προκαλούν ήπια, άτυπα ή και καθόλου αναγνωρίσιμα συμπτώματα.

Πώς γίνεται η διάγνωση;

Όταν υπάρχουν φυσαλίδες, έλκη ή άλλες ύποπτες βλάβες, η διάγνωση επιβεβαιώνεται κατά προτίμηση με τη λήψη δείγματος από τη βλάβη και μοριακή εξέταση PCR για HSV-1 και HSV-2.

Η καλλιέργεια του ιού μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί, αλλά έχει μικρότερη ευαισθησία, ιδιαίτερα όταν η βλάβη υποχωρεί ή πρόκειται για υποτροπή.

Ένα αρνητικό αποτέλεσμα δεν αποκλείει πάντοτε τη λοίμωξη, επειδή η αποβολή του ιού μπορεί να είναι διαλείπουσα και η ευαισθησία της εξέτασης μειώνεται όσο επουλώνεται η βλάβη.

Πότε χρησιμοποιούνται οι εξετάσεις αντισωμάτων;

Οι ειδικές για τον τύπο ορολογικές εξετάσεις μπορούν να βοηθήσουν σε επιλεγμένες περιπτώσεις, όπως όταν:

  • υπάρχουν επαναλαμβανόμενα ή άτυπα συμπτώματα αλλά η PCR είναι αρνητική,
  • υπάρχει κλινική διάγνωση χωρίς προηγούμενη εργαστηριακή επιβεβαίωση,
  • ο σύντροφος έχει γνωστό έρπητα γεννητικών οργάνων.

Οι εξετάσεις πρέπει να είναι ειδικές για HSV-1 και HSV-2. Η εξέταση HSV IgM δεν συνιστάται, επειδή δεν διακρίνει αξιόπιστα τον τύπο του ιού ή μια νέα λοίμωξη από μια υποτροπή.

Ο γενικός ορολογικός έλεγχος όλων των εγκύων για HSV-2 δεν συνιστάται ως εξέταση ρουτίνας.

Πρωτολοίμωξη ή υποτροπή;

Η διάκριση ανάμεσα σε μια νέα λοίμωξη και σε υποτροπή έχει ιδιαίτερη σημασία στην εγκυμοσύνη.

Στην πρώτη λοίμωξη, η γυναίκα δεν διαθέτει ακόμη προστατευτικά αντισώματα έναντι του συγκεκριμένου τύπου του ιού. Τα συμπτώματα μπορεί να είναι πιο έντονα και η αποβολή του ιού να διαρκεί περισσότερο.

Στην υποτροπιάζουσα λοίμωξη, υπάρχουν ήδη μητρικά αντισώματα. Τα επεισόδια είναι συνήθως ηπιότερα και ο κίνδυνος μετάδοσης στο νεογνό είναι πολύ μικρότερος.

Δεν είναι πάντοτε δυνατό να γίνει αυτή η διάκριση μόνο από την κλινική εικόνα. Ο συνδυασμός PCR και ειδικών αντισωμάτων μπορεί να βοηθήσει στην αξιολόγηση.

Ποιος είναι ο κίνδυνος για το μωρό;

Η βασική ανησυχία είναι ο νεογνικός έρπης, μια σπάνια αλλά δυνητικά σοβαρή λοίμωξη. Η μετάδοση συμβαίνει συνήθως κατά τη διέλευση του μωρού από τον γεννητικό σωλήνα, όταν υπάρχει αποβολή του ιού.

Ο κίνδυνος εξαρτάται κυρίως από τον χρόνο κατά τον οποίο αποκτήθηκε η λοίμωξη:

  • Όταν η πρώτη λοίμωξη αποκτάται κοντά στον τοκετό, ο κίνδυνος μετάδοσης στο νεογνό εκτιμάται περίπου σε 30–50%.
  • Σε γυναίκες με υποτροπιάζοντα έρπητα ή λοίμωξη που αποκτήθηκε κατά το πρώτο μισό της εγκυμοσύνης, ο κίνδυνος είναι μικρότερος από 1%.

Ο αυξημένος κίνδυνος μετά από λοίμωξη κοντά στον τοκετό σχετίζεται με την παρατεταμένη αποβολή του ιού και με το ότι δεν έχει υπάρξει αρκετός χρόνος για την ανάπτυξη και μεταφορά προστατευτικών μητρικών αντισωμάτων στο έμβρυο.

Χρειάζεται θεραπεία στην εγκυμοσύνη;

Όλες οι γυναίκες με πρώτο κλινικό επεισόδιο έρπητα γεννητικών οργάνων πρέπει να λαμβάνουν αντιιική θεραπεία. Θεραπεία μπορεί επίσης να χορηγηθεί στις υποτροπές, ώστε να μειωθεί η διάρκεια των συμπτωμάτων και της αποβολής του ιού.

Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται συχνότερα είναι η ακυκλοβίρη και η βαλακυκλοβίρη. Η ακυκλοβίρη έχει χρησιμοποιηθεί εκτεταμένα στην εγκυμοσύνη και θεωρείται ότι έχει χαμηλό κίνδυνο για το έμβρυο.

Η επιλογή του φαρμάκου, η δόση και η διάρκεια της θεραπείας καθορίζονται από τον μαιευτήρα, ανάλογα με το αν πρόκειται για πρώτο επεισόδιο, υποτροπή ή σοβαρή λοίμωξη.

Κατασταλτική θεραπεία από τις 36 εβδομάδες

Σε γυναίκες με ιστορικό υποτροπιάζοντος έρπητα γεννητικών οργάνων συνιστάται συνήθως κατασταλτική αντιιική θεραπεία από τις 36 εβδομάδες μέχρι τον τοκετό.

Τα συνήθη σχήματα είναι:

  • Ακυκλοβίρη 400 mg από το στόμα, τρεις φορές την ημέρα, ή
  • Βαλακυκλοβίρη 500 mg από το στόμα, δύο φορές την ημέρα.

Η θεραπεία μειώνει την πιθανότητα κλινικής υποτροπής και αποβολής του ιού κατά τον τοκετό και, επομένως, την πιθανότητα καισαρικής τομής εξαιτίας ενεργού έρπητα. Δεν εξαλείφει όμως πλήρως τον κίνδυνο νεογνικής μετάδοσης.

Πότε μπορεί να γίνει κολπικός τοκετός;

Γυναίκα με ιστορικό έρπητα γεννητικών οργάνων μπορεί να γεννήσει κολπικά όταν, κατά την έναρξη του τοκετού:

  • δεν υπάρχουν ενεργές βλάβες στην περιοχή των γεννητικών οργάνων και
  • δεν υπάρχουν πρόδρομα συμπτώματα, όπως πόνος, κάψιμο ή μυρμήγκιασμα που συνήθως προηγούνται μιας υποτροπής.

Το ιστορικό έρπητα από μόνο του, χωρίς ενεργές βλάβες ή πρόδρομα συμπτώματα, δεν αποτελεί ένδειξη καισαρικής τομής.

Πότε συνιστάται καισαρική τομή;

Η καισαρική τομή συνιστάται όταν, κατά την έναρξη του τοκετού ή τη ρήξη των υμένων, υπάρχουν:

  • ενεργές ερπητικές βλάβες στα γεννητικά όργανα ή
  • πρόδρομα συμπτώματα, όπως αιδοιοκολπικός πόνος ή κάψιμο, ακόμη και χωρίς εμφανείς βλάβες.

Η καισαρική τομή μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο μετάδοσης στο νεογνό, αλλά δεν τον εξαλείφει πλήρως.

Σε πρώτη ή μη πρωτοπαθή λοίμωξη από HSV που εμφανίζεται κατά το τρίτο τρίμηνο, μπορεί να προταθεί καισαρική τομή ακόμη και αν δεν υπάρχουν εμφανείς βλάβες κατά τον τοκετό, λόγω της πιθανότητας παρατεταμένης αποβολής του ιού. Η απόφαση εξατομικεύεται.

Τι γίνεται αν σπάσουν τα νερά;

Σε τελειόμηνη εγκυμοσύνη με ρήξη των υμένων και ενεργές βλάβες ή πρόδρομα συμπτώματα, εξακολουθεί να συνιστάται καισαρική τομή.

Σε πρόωρη ρήξη των υμένων πριν από την ολοκλήρωση της κύησης, η απόφαση είναι πιο σύνθετη. Ο μαιευτήρας συνεκτιμά την ηλικία κύησης, τους κινδύνους της προωρότητας, τον τύπο και τον χρόνο της μητρικής λοίμωξης και την παρουσία ενεργών βλαβών.

Μπορεί η γυναίκα να θηλάσει;

Ο θηλασμός επιτρέπεται όταν δεν υπάρχουν ερπητικές βλάβες στον μαστό. Η ακυκλοβίρη και η βαλακυκλοβίρη θεωρούνται συμβατές με τον θηλασμό.

Αν υπάρχει βλάβη στον μαστό, το μωρό δεν πρέπει να θηλάζει από τον συγκεκριμένο μαστό ούτε να έρχεται σε επαφή με τη βλάβη μέχρι να επουλωθεί πλήρως.

Συνιστώνται:

  • προσεκτικό πλύσιμο των χεριών πριν από την επαφή με το μωρό,
  • πλήρης κάλυψη των ενεργών βλαβών σε άλλα σημεία του σώματος,
  • αποφυγή φιλιού του νεογνού όταν υπάρχει ενεργός επιχείλιος έρπης.

Ο νεογνικός έρπης μπορεί να μεταδοθεί μετά τον τοκετό και από άλλα άτομα με ενεργές βλάβες, ιδιαίτερα από επιχείλιο έρπητα HSV-1.

Πώς μπορεί να μειωθεί ο κίνδυνος νέας λοίμωξης;

Η αποφυγή μιας πρώτης λοίμωξης κατά το τελευταίο τρίμηνο είναι ιδιαίτερα σημαντική. Εάν ο σύντροφος έχει γνωστό έρπητα γεννητικών οργάνων ή επιχείλιο έρπητα, πρέπει να συζητηθούν με τον μαιευτήρα τα κατάλληλα μέτρα προφύλαξης.

Γενικά συνιστάται:

  • αποφυγή σεξουαλικής επαφής όταν ο σύντροφος έχει ενεργές βλάβες ή πρόδρομα συμπτώματα,
  • χρήση προφυλακτικού, η οποία μειώνει αλλά δεν εξαλείφει τον κίνδυνο μετάδοσης,
  • αποφυγή στοματογεννητικής επαφής όταν υπάρχει ενεργός επιχείλιος έρπης,
  • εξατομικευμένη συμβουλευτική κατά το τρίτο τρίμηνο όταν ο σύντροφος έχει γνωστή λοίμωξη HSV.

Πότε πρέπει να επικοινωνήσετε με τον γιατρό;

Επικοινωνήστε με τον μαιευτήρα εάν εμφανιστούν:

  • φυσαλίδες, έλκη ή άλλες ύποπτες βλάβες στην περιοχή των γεννητικών οργάνων,
  • κάψιμο, πόνος, κνησμός ή μυρμήγκιασμα που μπορεί να προηγούνται μιας υποτροπής,
  • πρώτο επεισόδιο έρπητα οποιαδήποτε στιγμή στην εγκυμοσύνη,
  • συμπτώματα κοντά στην ημερομηνία του τοκετού,
  • ρήξη των υμένων ενώ υπάρχουν ενεργές βλάβες ή πρόδρομα συμπτώματα.

Συμπέρασμα

Οι περισσότερες γυναίκες με ιστορικό έρπητα γεννητικών οργάνων έχουν ομαλή εγκυμοσύνη και γεννούν υγιή μωρά. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος εμφανίζεται όταν η πρώτη λοίμωξη αποκτάται κοντά στον τοκετό.

Η κατασταλτική θεραπεία από τις 36 εβδομάδες μειώνει τις υποτροπές κατά τον τοκετό. Όταν δεν υπάρχουν ενεργές βλάβες ή πρόδρομα συμπτώματα, μπορεί να πραγματοποιηθεί κολπικός τοκετός. Όταν υπάρχουν ενεργές γεννητικές βλάβες ή πρόδρομα συμπτώματα, συνιστάται καισαρική τομή για τη μείωση του κινδύνου νεογνικής μετάδοσης.

Βιβλιογραφία

Το άρθρο παρέχει γενική ενημέρωση και δεν υποκαθιστά την εξατομικευμένη ιατρική αξιολόγηση. Η αντιιική θεραπεία και ο τρόπος τοκετού καθορίζονται από τον θεράποντα μαιευτήρα ανάλογα με το ιστορικό, τον χρόνο της λοίμωξης και την κλινική εικόνα κατά τον τοκετό.