ΧΟΛΑΡΓΟΣ 📍
Φανερωμένης 5 & Αγαμέμνονος 13, 15561
Τηλ.: 210 65 65 550 - Κιν.: 6944 770 530
Τρίτη & Παρασκευή 15:00 - 21:00

Σε αντίθεση με τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας και τον καρκίνο του μαστού, για τον καρκίνο των ωοθηκών δεν διαθέτουμε σήμερα μια εξέταση προληπτικού ελέγχου που να έχει αποδειχθεί ότι μειώνει τη θνησιμότητα στις ασυμπτωματικές γυναίκες μέσου κινδύνου. Ούτε το CA-125 ούτε το διακολπικό υπερηχογράφημα είναι κατάλληλα ως εξετάσεις screening στον γενικό πληθυσμό.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο καρκίνος των ωοθηκών δεν μπορεί να διαγνωστεί ή ότι πρέπει να αγνοούνται τα συμπτώματα. Σημαίνει ότι πρέπει να διακρίνουμε τον προληπτικό έλεγχο μιας υγιούς γυναίκας χωρίς συμπτώματα από τη διαγνωστική διερεύνηση μιας γυναίκας με συμπτώματα, κληρονομικό κίνδυνο ή ύποπτο εύρημα.

Γιατί αναζητούμε μια αποτελεσματική εξέταση screening;

Ο επιθηλιακός καρκίνος των ωοθηκών συχνά διαγιγνώσκεται όταν η νόσος έχει ήδη επεκταθεί πέρα από τις ωοθήκες. Αυτό συμβαίνει επειδή στα αρχικά στάδια μπορεί να μην προκαλεί εμφανή συμπτώματα ή να προκαλεί ενοχλήματα που μοιάζουν με πολύ συχνότερες και καλοήθεις καταστάσεις.

Η πρόγνωση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το στάδιο κατά τη διάγνωση. Σύμφωνα με πρόσφατα δεδομένα, η πενταετής σχετική επιβίωση για τον διηθητικό επιθηλιακό καρκίνο των ωοθηκών είναι περίπου:

  • 92% όταν η νόσος είναι εντοπισμένη,
  • 71% όταν έχει επεκταθεί τοπικά ή σε περιοχικούς λεμφαδένες,
  • 32% όταν υπάρχει απομακρυσμένη νόσος,
  • περίπου 51% για όλα τα στάδια συνολικά.

Για τον λόγο αυτό, εδώ και δεκαετίες αναζητείται μια ασφαλής, ακριβής και οικονομικά προσιτή εξέταση που να εντοπίζει τη νόσο νωρίς και να μειώνει τους θανάτους από καρκίνο των ωοθηκών.

Τι σημαίνει «προληπτικός έλεγχος»;

Προληπτικός έλεγχος ή screening σημαίνει ότι εξετάζουμε μια γυναίκα που:

  • δεν έχει συμπτώματα,
  • δεν έχει ύποπτο εύρημα στην εξέταση ή σε προηγούμενη απεικόνιση,
  • δεν ανήκει σε ομάδα σημαντικά αυξημένου κληρονομικού κινδύνου.

Η διερεύνηση επίμονων συμπτωμάτων, μιας ψηλαφητής μάζας ή ενός υπερηχογραφικού ευρήματος δεν αποτελεί screening. Πρόκειται για διαγνωστικό έλεγχο και μπορεί πράγματι να περιλαμβάνει υπερηχογράφημα, CA-125 και άλλες εξετάσεις.

Γιατί δεν χρησιμοποιούμε το CA-125 για screening;

Το CA-125 είναι ένας βιοδείκτης που μπορεί να είναι αυξημένος σε ορισμένες γυναίκες με καρκίνο των ωοθηκών. Δεν αποτελεί όμως εξέταση που ανιχνεύει ειδικά τον καρκίνο.

Μπορεί να είναι αυξημένο και σε πολλές καλοήθεις καταστάσεις, όπως:

  • ενδομητρίωση,
  • ινομυώματα,
  • έμμηνος ρύση,
  • φλεγμονές της πυέλου,
  • ηπατικές ή άλλες παθήσεις.

Παράλληλα, το CA-125 μπορεί να είναι φυσιολογικό σε ορισμένες γυναίκες με πρώιμο καρκίνο των ωοθηκών. Επομένως, ένα φυσιολογικό αποτέλεσμα δεν αποκλείει αξιόπιστα τη νόσο και ένα αυξημένο αποτέλεσμα δεν σημαίνει απαραίτητα καρκίνο.

Το CA-125 είναι χρήσιμο σε συγκεκριμένες κλινικές καταστάσεις, όπως η αξιολόγηση μιας ύποπτης εξαρτηματικής μάζας ή η παρακολούθηση ήδη διαγνωσμένου καρκίνου. Δεν είναι όμως κατάλληλο ως μεμονωμένη εξέταση screening σε ασυμπτωματικές γυναίκες μέσου κινδύνου.

Γιατί δεν αρκεί το διακολπικό υπερηχογράφημα;

Το διακολπικό υπερηχογράφημα είναι εξαιρετικά χρήσιμο για την αξιολόγηση της μήτρας και των ωοθηκών όταν υπάρχει κλινική ένδειξη. Μπορεί να εντοπίσει κύστεις ή άλλες μάζες και να αξιολογήσει τη μορφολογία τους.

Ωστόσο, πολλές καλοήθεις αλλοιώσεις μπορεί να φαίνονται ύποπτες, ενώ ορισμένοι καρκίνοι δεν ανιχνεύονται σε αρκετά πρώιμο στάδιο ώστε να αλλάξει η τελική έκβαση.

Όταν το υπερηχογράφημα χρησιμοποιείται ως screening σε μεγάλο αριθμό υγιών γυναικών, μπορεί να οδηγήσει σε:

  • επαναλαμβανόμενες εξετάσεις,
  • άγχος και αβεβαιότητα,
  • πρόσθετες απεικονιστικές εξετάσεις,
  • χειρουργικές επεμβάσεις για καλοήθη ευρήματα,
  • επιπλοκές από επεμβάσεις που τελικά δεν ήταν απαραίτητες.

Τι έδειξαν οι μεγάλες μελέτες;

Μεγάλες τυχαιοποιημένες μελέτες εξέτασαν το CA-125, το διακολπικό υπερηχογράφημα και αλγορίθμους που αξιολογούν τη μεταβολή του CA-125 με την πάροδο του χρόνου.

Παρότι ορισμένες στρατηγικές εντόπισαν περισσότερους καρκίνους ή περισσότερες περιπτώσεις σε πρώιμο στάδιο, δεν αποδείχθηκε σημαντική μείωση της θνησιμότητας από τον καρκίνο των ωοθηκών.

Παράλληλα, υπήρξαν ψευδώς θετικά αποτελέσματα, χειρουργικές επεμβάσεις σε γυναίκες χωρίς καρκίνο και σχετικές χειρουργικές επιπλοκές.

Για τον λόγο αυτό, οι διεθνείς επιστημονικές εταιρείες δεν συνιστούν screening με CA-125, διακολπικό υπερηχογράφημα ή συνδυαστικούς αλγορίθμους σε ασυμπτωματικές γυναίκες μέσου κινδύνου.

Τι είναι ένα ψευδώς θετικό αποτέλεσμα;

Ψευδώς θετικό είναι ένα αποτέλεσμα που δημιουργεί υποψία καρκίνου, ενώ τελικά καρκίνος δεν υπάρχει.

Ο καρκίνος των ωοθηκών είναι σχετικά σπάνιος στον γενικό πληθυσμό. Επομένως, ακόμη και μια εξέταση με σχετικά καλή ευαισθησία και ειδικότητα μπορεί να δώσει πολύ περισσότερα ψευδώς θετικά από πραγματικά θετικά αποτελέσματα όταν εφαρμόζεται σε χιλιάδες υγιείς γυναίκες.

Αυτό εξηγεί γιατί μια εξέταση μπορεί να φαίνεται τεχνικά «καλή», αλλά να μην είναι κατάλληλη για πληθυσμιακό screening.

Τι γίνεται με τα νέα εμπορικά τεστ;

Κατά καιρούς προωθούνται εξετάσεις αίματος ή συνδυασμοί βιοδεικτών που υπόσχονται πρώιμη ανίχνευση του καρκίνου των ωοθηκών ή πολλών διαφορετικών καρκίνων ταυτόχρονα.

Πριν χρησιμοποιηθεί μια τέτοια εξέταση ως screening, πρέπει να έχει αποδειχθεί σε κατάλληλες μελέτες ότι:

  • ανιχνεύει αξιόπιστα τη νόσο σε χρήσιμο στάδιο,
  • δεν προκαλεί υπερβολικό αριθμό ψευδώς θετικών αποτελεσμάτων,
  • τα οφέλη της υπερτερούν των πιθανών βλαβών,
  • και, κυρίως, μειώνει τη θνησιμότητα ή προσφέρει άλλο σαφές κλινικό όφελος.

Η δυνατότητα αγοράς μιας εξέτασης δεν σημαίνει ότι έχει αποδειχθεί αποτελεσματική ως πληθυσμιακό screening. Πριν από τη χρήση οποιουδήποτε εμπορικού τεστ, χρειάζεται συζήτηση με τον γυναικολόγο για τις πραγματικές δυνατότητες και τους περιορισμούς του.

Ποιες γυναίκες θεωρούνται υψηλού κινδύνου;

Αυξημένο κληρονομικό κίνδυνο μπορεί να έχουν γυναίκες με:

  • παθογόνο μετάλλαξη στα γονίδια BRCA1 ή BRCA2,
  • σύνδρομο Lynch ή άλλη σχετική κληρονομική προδιάθεση,
  • ισχυρό οικογενειακό ιστορικό καρκίνου των ωοθηκών,
  • συνδυασμό καρκίνων μαστού, ωοθηκών, παγκρέατος ή προστάτη στην οικογένεια, ιδιαίτερα σε νεότερες ηλικίες.

Οι γυναίκες αυτές χρειάζονται παραπομπή για γενετική συμβουλευτική και εξατομικευμένη εκτίμηση κινδύνου.

Υπάρχει αποτελεσματικό screening για τις γυναίκες υψηλού κινδύνου;

Ακόμη και στις γυναίκες υψηλού κινδύνου, δεν έχει αποδειχθεί ότι το CA-125 και το διακολπικό υπερηχογράφημα μειώνουν τη θνησιμότητα από τον καρκίνο των ωοθηκών.

Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να χρησιμοποιηθούν προσωρινά, με βάση εξειδικευμένες οδηγίες και μετά από πλήρη ενημέρωση για τους περιορισμούς τους. Δεν υποκαθιστούν όμως τις στρατηγικές πρόληψης που έχουν αποδεδειγμένο όφελος.

Για γυναίκες με συγκεκριμένες παθογόνες μεταλλάξεις, η σημαντικότερη μέθοδος μείωσης του κινδύνου είναι η προφυλακτική αμφοτερόπλευρη σαλπιγγοωοθηκεκτομή στην κατάλληλη ηλικία, μετά την ολοκλήρωση της τεκνοποίησης. Ο χρόνος της επέμβασης εξαρτάται από το συγκεκριμένο γονίδιο, το ατομικό ιστορικό και τις επιθυμίες της γυναίκας.

Ο καρκίνος των ωοθηκών είναι πραγματικά «σιωπηλός»;

Ο χαρακτηρισμός «σιωπηλός καρκίνος» δεν είναι απόλυτα ακριβής. Πολλές γυναίκες εμφανίζουν συμπτώματα, αλλά αυτά μπορεί να είναι ασαφή και να μοιάζουν με συχνές γαστρεντερικές ή ουρολογικές ενοχλήσεις.

Συμπτώματα που χρειάζονται αξιολόγηση όταν είναι νέα, επίμονα, συχνά ή επιδεινούμενα περιλαμβάνουν:

  • επίμονο φούσκωμα ή αύξηση της περιμέτρου της κοιλιάς,
  • πόνο ή πίεση στην κοιλιά ή την πύελο,
  • γρήγορο κορεσμό με μικρή ποσότητα φαγητού,
  • μείωση της όρεξης,
  • συχνουρία ή έντονη επιθυμία για ούρηση,
  • ανεξήγητη απώλεια βάρους ή σημαντική κόπωση,
  • μεταβολή στις συνήθειες του εντέρου.

Τα συμπτώματα αυτά οφείλονται πολύ συχνότερα σε καλοήθεις καταστάσεις. Όταν όμως είναι καινούργια και επιμένουν, δεν πρέπει να αγνοούνται.

Τι γίνεται όταν εντοπιστεί εξαρτηματική μάζα;

Όταν εντοπιστεί κύστη ή άλλη μάζα στην περιοχή της ωοθήκης, δεν πρόκειται πλέον για screening αλλά για διαγνωστική αξιολόγηση.

Ο γυναικολόγος συνεκτιμά:

  • την ηλικία και την εμμηνοπαυσιακή κατάσταση,
  • τα συμπτώματα,
  • το οικογενειακό και ατομικό ιστορικό,
  • το μέγεθος και τη μορφολογία της μάζας στο υπερηχογράφημα,
  • την παρουσία συμπαγών περιοχών, θηλωμάτων, ασκίτη ή αυξημένης αγγείωσης,
  • κατά περίπτωση, το CA-125 ή άλλους δείκτες.

Το CA-125 δεν ερμηνεύεται ποτέ απομονωμένα. Η σημασία του διαφέρει ανάλογα με την ηλικία, την εμμηνοπαυσιακή κατάσταση, την υπερηχογραφική εικόνα και τη συνολική κλινική εκτίμηση.

Πότε χρειάζεται γυναικολόγος-ογκολόγος;

Παραπομπή ή συνεννόηση με γυναικολόγο-ογκολόγο μπορεί να χρειαστεί όταν υπάρχουν ευρήματα που αυξάνουν την υποψία κακοήθειας, όπως:

  • ύποπτη ή σύνθετη εξαρτηματική μάζα,
  • ασκίτης,
  • ενδείξεις μεταστατικής νόσου,
  • σταθερή ή οζώδης πυελική μάζα,
  • σημαντικά αυξημένο CA-125, ιδιαίτερα μετά την εμμηνόπαυση,
  • ισχυρό κληρονομικό ιστορικό ή γνωστή παθογόνος μετάλλαξη.

Όταν υπάρχει σοβαρή υποψία καρκίνου, η αρχική επέμβαση είναι προτιμότερο να πραγματοποιείται από κατάλληλα εκπαιδευμένη γυναικολογική ογκολογική ομάδα, επειδή η σωστή σταδιοποίηση και η πλήρης κυτταρομείωση επηρεάζουν την πρόγνωση.

Τι πρέπει να κάνει μια ασυμπτωματική γυναίκα μέσου κινδύνου;

Μια γυναίκα χωρίς συμπτώματα και χωρίς σημαντικό οικογενειακό ιστορικό δεν χρειάζεται ετήσιο CA-125 ή διακολπικό υπερηχογράφημα αποκλειστικά για screening καρκίνου των ωοθηκών.

Αυτό που έχει σημασία είναι:

  • η τακτική γυναικολογική φροντίδα με βάση τις ατομικές ανάγκες,
  • η σωστή καταγραφή του οικογενειακού ιστορικού,
  • η αναγνώριση επίμονων ή νέων συμπτωμάτων,
  • η έγκαιρη διερεύνηση ενός ύποπτου κλινικού ή απεικονιστικού ευρήματος,
  • η γενετική συμβουλευτική όταν υπάρχουν ενδείξεις κληρονομικού κινδύνου.

Συμπέρασμα

Η ιδέα ενός απλού αιματολογικού τεστ ή ενός ετήσιου υπερηχογραφήματος που θα εντοπίζει έγκαιρα τον καρκίνο των ωοθηκών είναι ελκυστική. Μέχρι σήμερα, όμως, δεν υπάρχει στρατηγική screening που να έχει αποδειχθεί ότι μειώνει τη θνησιμότητα στις ασυμπτωματικές γυναίκες μέσου κινδύνου.

Το CA-125 και το διακολπικό υπερηχογράφημα είναι χρήσιμα διαγνωστικά εργαλεία όταν υπάρχει συγκεκριμένη ένδειξη, αλλά δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται ως εξετάσεις screening στον γενικό πληθυσμό.

Η σωστή προσέγγιση βασίζεται στην αναγνώριση των γυναικών υψηλού κληρονομικού κινδύνου, στην προσεκτική αξιολόγηση των επίμονων συμπτωμάτων και στην κατάλληλη διερεύνηση κάθε ύποπτου ευρήματος.

Βιβλιογραφία

Το άρθρο παρέχει γενική ενημέρωση και δεν υποκαθιστά την εξατομικευμένη ιατρική αξιολόγηση. Γυναίκες με επίμονα συμπτώματα, ύποπτο εύρημα ή σημαντικό οικογενειακό ιστορικό πρέπει να συμβουλεύονται τον γυναικολόγο τους.