Η εμμηνόπαυση είναι μια φυσιολογική φάση στη ζωή της γυναίκας και σηματοδοτεί το τέλος της αναπαραγωγικής περιόδου. Οι ορμονικές μεταβολές μπορεί να προκαλέσουν συμπτώματα που διαφέρουν σημαντικά από γυναίκα σε γυναίκα.
Εξάψεις, διαταραχές του ύπνου, αλλαγές στη διάθεση και κολπική ξηρότητα είναι μερικά από τα συχνότερα συμπτώματα. Η σωστή ενημέρωση και η εξατομικευμένη αντιμετώπιση μπορούν να βοηθήσουν σημαντικά στην ποιότητα ζωής.
Τι είναι η εμμηνόπαυση;
Η εμμηνόπαυση αποτελεί φυσιολογικό στάδιο της ζωής και ορίζεται αναδρομικά όταν έχουν περάσει 12 συνεχόμενοι μήνες χωρίς έμμηνο ρύση, χωρίς να υπάρχει άλλη παθολογική ή φυσιολογική αιτία.
Πριν από την εμμηνόπαυση προηγείται συνήθως η περιεμμηνόπαυση, κατά την οποία η λειτουργία των ωοθηκών μεταβάλλεται και ο κύκλος μπορεί να γίνει ακανόνιστος.
Ποια συμπτώματα μπορεί να εμφανιστούν;
Τα συμπτώματα και η έντασή τους διαφέρουν σημαντικά. Μπορεί να εμφανιστούν:
- εξάψεις και νυχτερινές εφιδρώσεις
- διαταραχές του ύπνου
- μεταβολές της διάθεσης
- κολπική ξηρότητα ή ενόχληση κατά τη σεξουαλική επαφή
- μεταβολές στη σεξουαλική επιθυμία
- ουρογεννητικά συμπτώματα
Δεν παρουσιάζουν όλες οι γυναίκες συμπτώματα και δεν χρειάζονται όλες θεραπεία.
Τι συμβαίνει μακροπρόθεσμα;
Η μείωση των οιστρογόνων επηρεάζει διαφορετικούς ιστούς του οργανισμού. Ιδιαίτερη σημασία έχει η υγεία των οστών και η αξιολόγηση των παραγόντων καρδιαγγειακού κινδύνου καθώς μεγαλώνει η γυναίκα.
Η άσκηση, η ισορροπημένη διατροφή, η διατήρηση υγιούς σωματικού βάρους, η αποφυγή καπνίσματος και ο κατάλληλος προληπτικός έλεγχος αποτελούν σημαντικά στοιχεία της φροντίδας μετά την εμμηνόπαυση.
Υπάρχει θεραπεία;
Όταν τα συμπτώματα επηρεάζουν την καθημερινότητα και την ποιότητα ζωής, υπάρχουν αποτελεσματικές θεραπευτικές επιλογές.
Η ορμονική θεραπεία της εμμηνόπαυσης (MHT/HRT) αποτελεί την αποτελεσματικότερη θεραπεία για τα αγγειοκινητικά συμπτώματα, όπως οι εξάψεις και οι νυχτερινές εφιδρώσεις. Υπάρχουν επίσης τοπικές θεραπείες για το ουρογεννητικό σύνδρομο της εμμηνόπαυσης και μη ορμονικές επιλογές όταν αυτές είναι καταλληλότερες.
Η επιλογή της θεραπείας πρέπει να εξατομικεύεται ανάλογα με τα συμπτώματα, την ηλικία, το ιατρικό ιστορικό και τις προτιμήσεις της γυναίκας.